Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Σκοτώνουν ξανά τα παιδιά του Δεκέμβρη

Της Μαρίας Λούκα

«Φέρνω τις ελπίδες μιας γενιάς να μου τις σιδερώσουν
Να μην έχω κι ένα κουστουμάκι για της πράξης μου το δίκιο
Τώρα που ξεπόρτισαν του κράτους οι χαφιέδες πάλι
Έλα αγόρι σφίξε τη γροθιά και σήκωσε κεφάλι»

Τέτοιες μέρες τα τελευταία χρόνια σκαλώνουν στο μυαλό μου οι στίχοι από το τραγούδι του Αλέξανδρου Βούλγαρη ( the boy) και νιώθω να ξαναζωγραφίζεται στο πρόσωπο μου ο θυμός του 2008 , σα να ξαναβλέπω σ’ ένα υποφωτισμένο κάδρο καρέ καρέ τις μέρες μας και τις νύχτες μας τότε. «Τις μέρες του Αλέξη», όπως αντηχούσε ρυθμικά σε κάθε στενό στην Αθήνα.Θυμάμαι να επιστρέφω αρον αρον από ένα ταξίδι στη Δράμα στις 7 Δεκέμβρη, να παρκάρω παράνομα το αμάξι κάπου στο Κολωνάκι και να πηγαίνω τρέχοντας στην κατάληψη της Νομικής Σχολής, ένα φοιτητικό διαμέρισμα στα Εξάρχεια που πνίγονταν στα χημικά όποτε ανοίγαμε τα παράθυρα με στίβες από πεταμένα delivery.

Ούτε που καταλαβαίναμε τι τρώγαμε, τι φορούσαμε, πόσο κοιμόμασταν. Ήταν οι μέρες της οργής. Μια σφαίρα που είχε λαβώσει το σώμα όλης της ελληνικής νεολαίας κι αυτή με τη σειρά της ετοιμαζόταν να σπάσει τη βιτρίνα της κανονικότητας στην πόλη ως πρωθύστερη αντίδραση στο παρατσούκλι της χαμένης γενιάς που θα της κόλλαγαν λίγα χρόνια μετά.

Αυτό ήταν ο Δεκέμβρης. Οι νύχτες που ονειρεύτηκε ο Guy Derord να λάμπουν από τις φωτιές και η κωδικοποίηση του «συμβάντος» του Alain Badiou, στη συμπύκνωση του χρόνου που η πραγματικότητα διέψευσε το θρυλούμενο τέλος της πολιτικής και επαναδιατύπωσε τους όρους άρθρωσης της από το ίδιο το κοινωνικό υποκείμενο της νεολαίας – απαξιωμένο για χρόνια από το δημόσιο λόγο – σε πρωτότυπες και πειραματικές μορφές που ξέφυγαν από το διαχειριστικό πραγματισμό των επαγγελματιών της πολιτικής και επανέφεραν τον αυθορμητισμό και τη φαντασία στο προσκήνιο.

Οι παρεμβάσεις στα media και τις θεατρικές σκηνές, οι καταλήψεις της ΓΣΕΕ, της ΕΣΗΕΑ και της Λυρικής λειτούργησαν ως συμβολικοί τόποι συλλογικής έκφρασης του απωθημένου και ανανοηματοδότησης των εννοιών του συνδικαλισμού, της ενημέρωσης και της τέχνης μακριά από τις μουχλιασμένες και στρογγυλεμένες εκδοχές τους.

Το Δεκέμβρη μίλησα για τελευταία φορά στη συνέλευση του Παντείου και έγραψα το πρώτο μου ρεπορτάζ από τους δρόμους της Αθήνας. Η μετάβαση από τα φοιτητικά αμφιθέατρα στη δημοσιογραφία σε μια χώρα που πάλευε να καταλάβει γιατί τα παιδιά της δε μασούσαν πια στα δώρα του Αγίου Βασίλη και μια ανάρπαστη τουριστική καρτ – ποσταλ μ’ ένα φλεγόμενο χριστουγεννιάτικο δέντρο που επέμενε πεισματικά να στέλνει «χαιρετίσματα από την Αθήνα».

Αυτό ήταν και το πρώτο αληθινό μάθημα δημοσιογραφίας, ότι δεν υπάρχει δηλαδή αυτό το αποστειρωμένο και τυποποιημένο που μονότονα επαναλαμβάνουν στις σχολές ΜΜΕ περί ουδέτερης δημοσιογραφίας. Δεν συνιστά παρά ένα μυθοπλαστικό κατασκεύασμα που συσκοτίζει τις αντιθέσεις και σχέσεις εξουσίας που διαπερνούν το επάγγελμα καθιστώντας την ενημέρωση μια απολιθωμένη έννοια που κατρακυλά στις μετρήσεις αξιοπιστίας.

Υπάρχει υποκειμενική δημοσιογραφία μόνο ,ακόμα κι όταν δεν ονοματίζεται ρητά ως τέτοια και το ζητούμενο είναι να υπάρχει και ανεξάρτητη από οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις , ενημέρωση.

Το καταλάβαινα τότε διαισθητικά , το διάβασα και πρόσφατα ως παραδοχή του Γκλεν Γκρινγουολντ στο βιβλίο «Φάκελος Σνόουντεν». Δε μπορούσες εκείνες τις μέρες να στέκεσαι ουδέτερος στη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, τηρώντας τις περιβόητες ίσες αποστάσεις ανάμεσα στο θύμα και στο δράστη.

Έτσι και τώρα δε μπορείς να σταθείς ουδέτερος ανάμεσα στο Ρωμανό και το κράτος. Δε μπορούμε να πατήσουμε delete – όπως κάνει ο σύγχρονος μισανθρωπισμός στα social media είτε μέσω πληρωμένων ή άμισθων τρολ , είτε μέσω ανυπόληπτων περσόνων που υφίστανται μόνο ως μιντιακά παράγωγα - και να προσποιηθούμε ότι η πρώτη φορά που μάθαμε για το Νίκο Ρωμανό ήταν όταν τον συνέλαβαν για τη ληστεία στο Βελβεντό.

Ο Ρωμανός ήταν το δεύτερο θύμα της δολοφονίας του Κορκονέα και όποιος δεν αναγνωρίζει αυτή τη συνθήκη προφανώς πάσχει από τυφλωτική ιδεοληψία.

Το κράτος αυτό που δίδαξε στο Ρωμανό είναι ότι μπορεί ένα όργανο του να εκτελεί εν ψυχρώ το 15χρονο φίλο του, ότι η Αστυνομία όταν σε συλλαμβάνει σε κακοποιεί και δεν τιμωρείται γι’ αυτό, ότι διαπομπεύει το κακοποιημένο σου πρόσωπο με άτσαλο photoshop στα δελτία των 8, ότι σε υποβάλλει στο καψώνι να δώσεις πανελλήνιες μές στη φυλακή για να σπουδάσεις για να σου διαμηνύσει μετά ότι δε μπορείς να ασκήσεις αυτό το δικαίωμα και ότι θα κάνει μικροπολιτική στο σώμα σου. Αν μη τι άλλο, ο Ρωμανός υπήρξε πιο συνεπής.

Έγινε το οριακό σύμβολο μιας γενιάς που αναμετριέται με την κοινωνική βία και εκτρέπεται στην παραβατικότητα και υπερασπίζεται με τη νεότητα του, την ελευθερία του και το ίδιο του το σώμα μια δική του ουτοπία, ακόμα κι αν αυτή η ουτοπία σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είναι παρά το αυτονόητο δικαίωμα που μια Πολιτεία όφειλε να αναγνωρίσει αξιακά καταρχήν για να πετυχαίνει τον εξανθρωπισμό του σωφρονιστικού συστήματος και ως ελάχιστη αυτοκριτική ειδικά απέναντι στα παιδιά του Δεκέμβρη.

Θα μπορούσα να γράψω πολλά και φορτισμένα για το Νίκο Ρωμανό, ουτως η αλλως αυτό το σχόλιο διακόπτεται συνέχεια από ειδήσεις για την επιδείνωση της υγείας του, για μια λιποθυμία και για μια νέα συγκέντρωση συμπαράστασης. Νομίζω ότι μάλλον αν ο ίδιος διάβαζε όσα δακρύβρεχτα, προστατευτικά ή συγκινητικά γράφονταν γι’ αυτόν θα εξακολουθούσε να μας έστελνε στα τσακίδια , όπως έκανε κι όταν ανακοίνωνε αυτή την απεργία πείνας.

Καλά θα έκανε από τη δικιά του πλευρά , αφού τίποτα ουσιαστικό δεν έχει γίνει για να αποκατασταθεί αυτός ο δεσμός εμπιστοσύνης με το κράτος.

Βλέπεις τον γνωρίσαμε μέσα από τρεις φωτογραφίες, αυτή που κράταγε το φέρετρο στην κηδεία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, αυτή με καμουφλαρισμένα αίματα στο πρόσωπο του μετά τη σύλληψη και την τρίτη από το παράθυρο του νοσοκομείου που νοσηλεύεται ως απεργός πείνας μ’ ένα χακί φόντο στο προαύλιο.

Κι αυτή η τελευταία αποτελεί το οπτικό ντοκουμέντο ότι σκοτώνουν ξανά τα παιδιά του Δεκέμβρη… εκεί που το συμβολικό κινδυνεύει να ταυτιστεί με το πραγματικό.