Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Αθήνα 2004 δέκα χρονιά μετά...

του Κωστή Χατζημιχάλη

Ήταν όντως καλοκαίρι πανηγυρισμών. Είχαμε πάρει το Euro στην Πορτογαλία, το ΑΕΠ έτρεχε με αλματώδεις ρυθμούς μεγέθυνσης, η Αθήνα ήταν καθαρή, με καινούργια κτήρια και υποδομές, είχαμε «μπει με το σπαθί μας» στην ΟΝΕ, όπως καυχιόταν ο Κ. Σημίτης. Όλα ήταν τέλεια εκείνον τον Αύγουστο, 10 χρόνια πριν, και γρήγορα ξεχάστηκαν τα σκάνδαλα του ντόπινγκ για τους αθλητές μας, οι υπέρογκες υπερβάσεις και οι φωτογραφικές αναθέσεις των έργων, οι θάνατοι των εργατών στα γιαπιά, η αστυνομοκρατία, ο χωρισμός της Αθήνας σε εντός και εκτός Ολυμπιακού Δακτυλίου, οι κάμερες, το ζέπελιν και τόσα άλλα.
Μόνο κάποιοι «μίζεροι», κυρίως από την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, τον ΣΥΝ και τα κινήματα ενάντια στην Ολυμπιάδα διαφωνούσαν. Τόνιζαν ότι ο σχεδιασμός για τους αγώνες δεν αντιμετώπιζε κανένα από τα ουσιαστικά προβλήματα της καθημερινότητας στις γειτονιές της πόλης ούτε τα διάσπαρτα, ημιτελή στάδια στην επαρχία μπορούσαν να συμβάλουν στην περιφερειακή ανάπτυξη.
Αντιθέτως, το τεράστιο άμεσο οικονομικό κόστος και το ακόμη μεγαλύτερο έμμεσο κόστος χαμένων ευκαιριών λόγω των ολυμπιακών προτεραιοτήτων θα ήταν δυσβάστακτα τα επόμενα χρόνια, κάτι που είχαν έγκαιρα προβλέψει ο πρόωρα χαμένος Μιχάλης Παπαγιαννάκης και άλλοι αριστεροί με κείμενα στην Αυγή και την Εποχή. Φωνάζαμε από τότε ότι η κληρονομιά των ολυμπιακών ρυθμίσεων του χώρου θα είναι αρνητική παρακαταθήκη για τα επόμενα χρόνια. Αλλά τότε η λάμψη της γιορτής κάλυπτε τα πάντα.
Το άμεσο κόστος των αγώνων που προστέθηκε στο δημόσιο χρέος ήταν 8,5 δισ. ευρώ και το κόστος της ασφάλειας 1,8 δισ. ευρώ (στοιχεία 2013 ως απάντηση σε ερώτηση του ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή), αλλά αργότερα η Standard & Poor's ανακοίνωσε ως ελάχιστο κόστος τα 11,27 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 5% του ελληνικού ΑΕΠ της εποχής. Για να έχουμε μέτρο σύγκρισης οι Αγώνες του 1992 στη Βαρκελώνη στοίχισαν το 1,6% του ισπανικού ΑΕΠ και εκείνοι του 2000 στο Σίδνεϊ, το 1,5% του ΑΕΠ της Αυστραλίας.
Οι δημόσιοι αυτοί πόροι, αντί να κατευθυνθούν σε παραγωγικές επενδύσεις την κρίσιμη περίοδο ένταξης στην ΟΝΕ, σπαταλήθηκαν για ένα αθλητικό συμβάν 15 ημερών. Η σχέση των αγώνων με το δημόσιο χρέος αποτυπώνεται στην ετήσια αύξηση από το 2003 του δημόσιου χρέους κατά 5,9%. Όμως, εκτός από την αύξηση του δημόσιου χρέους και το κόστος από τις εγκαταλειμμένες εγκαταστάσεις, θέλω να επισημάνω μια ακόμη μακροπρόθεσμη αρνητική επίπτωση. Ακολουθώντας τη γενικότερη ιδεολογία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, ο σχεδιασμός της ολυμπιακής προετοιμασίας έχασε σιγά-σιγά τον δημόσιο και κοινωνικό του χαρακτήρα και μετατράπηκε σε προτεραιότητες για την επιχειρηματική πόλη. Τότε εισάγονται οι έννοιες του ανταγωνισμού των πόλεων για προσέλκυση επενδύσεων, η εκτεταμένη κερδοσκοπία στη γη μέσω των μεγάλων έργων και του real estate, η ιδιωτικοποίηση των προσφερόμενων υπηρεσιών στους πολίτες.
Ο μέχρι τότε ισχνός ρυθμιστικός προγραμματισμός μετατρέπεται σε επιλεκτικές παρεμβάσεις για τα ολυμπιακά έργα οι οποίες εκ των υστέρων βαπτίζονται «στρατηγικού χαρακτήρα». Οι νέες πρακτικές καλύπτονται με νόμους οι οποίοι καταλύουν κάθε έννοια σχεδιασμού με κοινωνικό χαρακτήρα για το δημόσιο όφελος και εισάγουν έναν εκπτωχευμένο, βαλκάνιο νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος μάταια προσπαθεί να μιμηθεί τη Βαρκελώνη μέσω ολίγου Καλατράβα.
Κατά την προ-ολυμπιακή περίοδο εγκαθιδρύθηκε και νομιμοποιήθηκε το νέο πλαίσιο ρυθμίσεων με διαδικασίες «κατεπείγοντος» και «κατά παρέκκλιση» για λόγους «ολυμπιακού συμφέροντος», το οποίο, μετά την κρίση χρέους το 2010, μετεξελίχθηκε σε ανάλογες ρυθμίσεις για λόγους «εθνικού συμφέροντος». Το σημερινό ΤΑΙΠΕΔ, το fast track, οι νόμοι για τα δάση και τους αιγιαλούς, οι μαζικές ιδιωτικοποιήσεις και οι υπόλοιπες ρυθμίσεις για τον χώρο, εκτός από επιταγές της τρόικας έλκουν την καταγωγή τους και από την κληρονομιά των Ολυμπιακών Αγώνων. Δέκα χρόνια μετά μετράμε ακόμη τις πληγές από τον μεγαλοϊδεατισμό τους.  

* Ο Κωστής Χατζημιχάλης είναι ομότιμος καθηγητής, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο
πηγή: Αυγή